Περιεχόμενα
Εισαγωγή
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, γνωστός ως CBAM, πέρασε στην οριστική του φάση. Η αλλαγή που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των εισαγωγέων δεν είναι το κόστος των πιστοποιητικών, το οποίο ενεργοποιείται αργότερα, αλλά μια διαδικαστική προϋπόθεση με τελωνειακό αποτέλεσμα.
Εμπορεύματα που καλύπτονται από τον CBAM τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση μόνο από κάτοχο του καθεστώτος Εγκεκριμένου Δηλούντος CBAM, στα αγγλικά Authorised CBAM Declarant. Πρόκειται για άδεια εισαγωγής που χορηγείται από την αρμόδια εθνική αρχή, με βάση κριτήρια φερεγγυότητας και τελωνειακής συμμόρφωσης του αιτούντος.
Τι ισχύει: πεδίο εφαρμογής, όριο και προθεσμίες
Τα καλυπτόμενα προϊόντα είναι ο σίδηρος και ο χάλυβας, το αλουμίνιο, το τσιμέντο, τα λιπάσματα, η ηλεκτρική ενέργεια και το υδρογόνο. Η υποχρέωση δεν εξαρτάται από τον κλάδο της επιχείρησης αλλά από τον δασμολογικό κωδικό του εισαγόμενου εμπορεύματος, γεγονός που φέρνει στο πεδίο και επιχειρήσεις που δεν θεωρούν εαυτές βιομηχανικές, όπως κατασκευαστικές ή εμπορικές εταιρείες που εισάγουν προφίλ αλουμινίου ή δομικό χάλυβα.
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2025/2083 εισήγαγε όριο de minimis 50 τόνων σωρευτικά ανά ημερολογιακό έτος και ανά εισαγωγέα. Κάτω από αυτό δεν απαιτείται άδεια. Το όριο υπολογίζεται στο σύνολο των εισαγωγών του έτους και όχι ανά αποστολή, οπότε μια σειρά μικρών εισαγωγών μπορεί να το υπερβεί χωρίς να το αντιληφθεί η επιχείρηση. Δύο κατηγορίες εξαιρούνται από την ελάφρυνση: η ηλεκτρική ενέργεια και το υδρογόνο, καθώς και οι έμμεσοι τελωνειακοί αντιπρόσωποι, οι οποίοι χρειάζονται άδεια ανεξαρτήτως ποσότητας.
Η προθεσμία της 31ης Μαρτίου 2026 αφορούσε όσους ήθελαν να συνεχίσουν να εισάγουν όσο εκκρεμούσε η απόφαση της αρμόδιας αρχής επί της αίτησής τους. Έχει παρέλθει και δεν υπάρχει μεταβατική κάλυψη για όσους δεν την αξιοποίησαν. Η επιχείρηση που εισάγει σήμερα εμπορεύματα CBAM πάνω από το όριο χωρίς εγκεκριμένο καθεστώς βρίσκεται σε κατάσταση μη συμμόρφωσης, με τον κίνδυνο να εντοπιστεί κατά τον τελωνισμό.
Δύο ορόσημα είναι ήδη ορατά. Η πώληση πιστοποιητικών CBAM ξεκινά τον Φεβρουάριο του 2027 και η πρώτη δήλωση CBAM, για το σύνολο των εισαγωγών του 2026, υποβάλλεται έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027. Και τα δύο προϋποθέτουν ενεργό καθεστώς Εγκεκριμένου Δηλούντος, οπότε η άδεια δεν είναι απλώς προϋπόθεση εκτελωνισμού αλλά και προϋπόθεση εκπλήρωσης των μελλοντικών υποχρεώσεων.
Τι σημαίνει πρακτικά για την επιχείρηση
Η πρώτη πρακτική συνέπεια είναι λειτουργική. Χωρίς ενεργό καθεστώς, το εμπόρευμα παραμένει στο τελωνείο και η αλυσίδα εφοδιασμού σταματά, με κόστος αποθήκευσης και καθυστέρησης παραγωγής που συχνά υπερβαίνει το ίδιο το κόστος συμμόρφωσης. Η δεύτερη αφορά τη σχέση με τον τελωνειακό αντιπρόσωπο, καθώς αν εκείνος ενεργεί ως έμμεσος αντιπρόσωπος χρειάζεται δική του άδεια, ζήτημα που πρέπει να διευκρινιστεί συμβατικά.
Η τρίτη είναι πληροφοριακή και αφορά τα δεδομένα. Η δήλωση του 2027 απαιτεί, ανά εισαγωγή, τις ενσωματωμένες εκπομπές του προϊόντος, στοιχεία που προέρχονται από τον παραγωγό εκτός Ένωσης. Οι επιχειρήσεις που δεν έχουν ήδη ζητήσει τα δεδομένα αυτά από τους προμηθευτές τους θα τα αναζητούν αναδρομικά για ολόκληρο το 2026, όταν η διαπραγματευτική τους θέση θα είναι ασθενέστερη.
Η τέταρτη συνέπεια είναι οικονομική και εκδηλώνεται το 2027. Το κόστος των πιστοποιητικών CBAM συνδέεται με τις ενσωματωμένες εκπομπές του εισαγόμενου προϊόντος, οπότε δύο προμηθευτές με την ίδια τιμή τιμολογίου μπορεί να έχουν σημαντικά διαφορετικό συνολικό κόστος για τον εισαγωγέα. Η επιλογή προμηθευτή παύει να είναι αποκλειστικά εμπορική απόφαση και αποκτά διάσταση συμμόρφωσης, την οποία οι επιχειρήσεις που συλλέγουν δεδομένα από φέτος μπορούν να αξιοποιήσουν στις διαπραγματεύσεις τους.
Επόμενα Βήματα
- Πρώτο βήμα είναι ο υπολογισμός του σωρευτικού όγκου εισαγωγών CBAM του 2026 έως σήμερα, με βάση τα τελωνειακά παραστατικά και όχι τις εκτιμήσεις της εμπορικής διεύθυνσης. Αν ο όγκος πλησιάζει ή ξεπερνά τους 50 τόνους, ακολουθεί ο έλεγχος της κατάστασης της άδειας στο μητρώο CBAM και, όπου απαιτείται, η υποβολή ή η επικαιροποίηση της αίτησης.
- Δεύτερο βήμα είναι η ρύθμιση της σχέσης με τον τελωνειακό αντιπρόσωπο, ώστε να είναι σαφές ποιος φέρει την υποχρέωση.
- Τρίτο, η αποστολή αιτήματος στοιχείων ενσωματωμένων εκπομπών προς τους προμηθευτές τρίτων χωρών, με σαφή αναφορά στη μεθοδολογία που ζητά ο κανονισμός, ώστε τα δεδομένα να είναι αξιοποιήσιμα κατά τη δήλωση του 2027.
